6972755552 info@gonis.org.gr
 
ΓΟΝ.ΙΣ.

ΕΙΜΑΣΤΕ
ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ
ΓΟΝΕΙΣ

Η «υποχρεωτική» συνεπιμέλεια μετά το διαζύγιο

Κείμενο του ΔΣ ΓΟΝ.ΙΣ. δημοσιευση στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ

Θα ξεκινήσουμε παραθέτοντας κάποια αποσπάσματα από το άρθρο 18 της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού του ΟΗΕ που μιλούν από μόνα τους. Οι υπογραμμίσεις και οι επισημάνσεις στο κείμενο είναι δικές μας – του ΔΣ του ΓΟΝ.ΙΣ.

Αρθρο 18: 1. Τα Συμβαλλόμενα Κράτη καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για την εξασφάλιση της αναγνώρισης της αρχής, σύμφωνα με την οποία και οι δύο γονείς είναι από κοινού υπεύθυνοι για την ανατροφή του παιδιού και την ανάπτυξή του… Το συμφέρον του παιδιού πρέπει να αποτελεί τη βασική τους µέριµνα.

2. Για την εγγύηση και την προώθηση των δικαιωμάτων που εκφράζονται στην παρούσα Σύμβαση, τα Συμβαλλόμενα Κράτη παρέχουν την κατάλληλη βοήθεια στους γονείς και στους νόµιµους εκπροσώπους του παιδιού κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους για την ανατροφή του παιδιού και εξασφαλίζουν τη δημιουργία οργανισμών, ιδρυμάτων και υπηρεσιών επιφορτισμένων να μεριμνούν για την ευημερία των παιδιών. (Η Σύμβαση έγινε νόμος στην Ελλάδα με τον Ν. 2101/1992.)

Δεν παραθέτουμε τυχαία τα παραπάνω. Είναι φανερό από το ίδιο το περιεχόμενο των άρθρων της ΔΣΔΠ πως διεθνώς η ανατροφή του παιδιού και από τους δύο γονείς έχει περιγραφεί ως αναγνωρισμένο οικουμενικό δικαίωμα του παιδιού ήδη από τη Σύμβαση του 1959 (ΟΗΕ). Πέρα όμως από το προφανές, σε πολλά σημεία της ΔΣΔΠ οι λέξεις «καθήκον, υποχρέωση και δικαίωμα» μπαίνουν συχνά από τους συντάκτες της Σύμβασης στην ίδια πρόταση ή ακόμα και φράση. Αυτό δεν είναι τυχαίο. Κάθε δικαίωμα του παιδιού δημιουργεί και μια υποχρέωση του γονιού. Δηλαδή, μέσα στα πλαίσια της ανατροφής ο βιολογικός γονιός του παιδιού είναι και ο εγγύτερος θεματοφύλακας των θεμελιωδών δικαιωμάτων του.

Από αυτή την άποψη και εφόσον θεωρήσουμε δεδομένο θεμελιώδες δικαίωμα του παιδιού «να μην αποχωρίζεται από τους γονείς του» (άρθρο 9, παρ.1 της ΔΣΔΠ) τότε η κοινή ανατροφή του παιδιού και από τους δύο γονείς γίνεται επιβεβλημένο καθήκον των γονέων του. Ως εκ τούτου δεν δυνάμεθα να μιλούμε για κοινή ανατροφή/επιμέλεια/φροντίδα και από τους δύο γονείς αν πρώτα δεν εξασφαλίζεται ο ίσος χρόνος, η εναλλασσόμενη κατοικία (2 σπίτια) αλλά και η «υποχρεωτικότητα» του μέτρου. Δηλαδή, κανείς και καμία δεν μπορεί να προστατεύσει το θεμελιώδες δικαίωμα του παιδιού να μην αποχωρίζεται την οικογένειά του – τους φυσικούς ανατροφείς του – αν δεν παρέχεται από τον νόμο η σαφής και επιβεβλημένη πρόβλεψη πως και οι δύο γονείς θα μπορούν να ανατρέφουν το παιδί τους σε χωριστές οικίες και σε ίσο χρόνο. Μόνο έτσι εξασφαλίζεται ουσιαστικά ΚΑΙ πρακτικά η επίσης σαφής πρόβλεψη της Σύμβασης για το δικαίωμα του παιδιού «να διατηρεί κανονικά προσωπικές σχέσεις και να έχει άμεση επαφή με τους δύο γονείς του…» (άρθρο 9, παρ. 3 της ΔΣΔΠ). Οι προσωπικές σχέσεις και η άμεση επαφή δεν μπορεί να είναι ο χρόνος που διαθέτει ένας επισκέπτης (ανεξαρτήτως συχνότητας και διάρκειας της επίσκεψης) αλλά ένας συνανατροφέας γονιός. Από την άλλη πλευρά, αυτό το θεμελιώδες δικαίωμα του παιδιού δεν μπορεί να αφεθεί στις καλές προθέσεις των διαζευγμένων γονιών. Οπως το δικαίωμα του παιδιού στην εκπαίδευση δεν αφήνεται στην καλή πρόθεση των γονέων με τη θεσμοθέτηση της υποχρεωτικότητάς της, έτσι και το δικαίωμα του παιδιού στην οικογένεια οφείλει την αντίστοιχη κατοχύρωση.

Τι σημαίνει στην πράξη η «υποχρεωτική» συνεπιμέλεια; Η αδήριτη ανάγκη του παιδιού για συνεπιμέλεια στην πράξη είναι η αρχή της πρακτικής του συνειδητού γονέα, του γονέα που θέλει να αναθρέψει το παιδί του, που πάνω από όλα το θεωρεί ύψιστη υποχρέωσή του, από τη μια, ύψιστο δικαίωμα του παιδιού, από την άλλη, και όχι απλώς επιθυμία τους ή επιλογή τους. Η αρχή ότι οφείλει να συνδράμει, σε ίσο χρόνο και χώρο, μαζί με τον άλλο γονιό στην καθημερινή φροντίδα, στη συνδόμηση του χαρακτήρα και της προσωπικότητάς του. Ο νόμος που μέλλεται να ψηφιστεί οφείλει να φέρει την κουλτούρα του συνειδητού γονέα στο προσκήνιο παραδειγματίζοντας και προκαλώντας: 1) αλλαγή συμπεριφοράς μας έναντι του/της πρώην συντρόφου μας, 2) έμπρακτη συνεργασία με τον άλλο γονιό, ώστε να καταρτίζεται ένας λεπτομερής κοινός γονικός προγραμματισμός ανατροφής που περιλαμβάνει και τα δύο σπίτια, 3) υπεύθυνη στάση. Οι συνειδητοί γονείς δεν είναι οι τέλειοι γονείς ή αυτοί που δεν κάνουν λάθη. Συνειδητοί γονείς είναι αυτοί που τουλάχιστον ανατρέφουν από κοινού τα παιδιά τους αναγνωρίζοντας ότι είναι αναγκαίοι και οι δύο και ακολουθώντας τελικά κοινή γραμμή.

Επιπλέον ο νέος νόμος πρέπει να προβλέπει συνέπειες στους γονείς που εξαιρούνται από τον κανόνα. Συγκεκριμένα, ο νέος νόμος ΔΕΝ πρέπει να προστατεύει μπαμπάδες και μαμάδες που «μετακυλίουν τις ευθύνες» στον άλλο γονιό ή «παρκάρουν» τα παιδιά τους σε υπερήλικους γονείς, για να κάνουν τη ζωή τους, ούτε όσους/ες «έξυπνους/ες» κάνουν τερτίπια με τη μη καταβολή της διατροφής. Αντίθετα, ο νέος νόμος οφείλει κατά κύριο κανόνα δικαίου, από τη μια, να στηρίζει τους γονείς στην κοινή ανατροφή των τέκνων και, από την άλλη, να τους καθιστά υπεύθυνους/ες έναντι του νόμου, όταν ένας από τους δύο δεν διασφαλίζει αυτή τη συνθήκη, είτε μιλάμε για παραβιάσεις επικοινωνίας, είτε για παραβιάσεις της ίδιας της κοινής ανατροφής από κάποιον/α. Γεωγραφικές απομακρύνσεις, μη συμμετοχή στην από κοινού ανατροφή, μη τήρηση της εναλλασσόμενης κατοικίας, μη καταβολή διατροφής από το μέλος που έχει τη μεγαλύτερη οικονομική δυνατότητα οφείλουν να αιτιολογούνται επαρκώς και ο «παραβάτης» να έχει ευθύνες και συνέπειες. Τέλος, ας μην ξεχνάμε ότι ο αγώνας για την αλλαγή του οικογενειακού δικαίου είναι κυρίως ένας αγώνας να αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι ως γονείς.

 

Δημοσίευση στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ 

ΔΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΜΑΝΙΑΤΗΣ

πηγή  in.gr